Το παρών κείμενο είναι από το βιβλίο <<Τηνίων Πολιτεία>> Ανθολόγιο λογοτεχνίας και πολιτισμού Αλέκου Ε. Φλωράκη

Επιστολαί του Νίκολάου Γύζη 
επιμέλεια Γεωργίου Δροσίνη και Λάμπρου Γ. Κορομηλά
Εκδ. Εκλογής,1953, σ.127,147-148,248,135

Εν Μονάχω 21 Μαίου 1883

Όλα τα άνθη μου ηρεσαν, ο σπάρτος όμως με επανέφερε εις την παιδικήν μου ηλικίαν. Ώς αστραπη η μυρωδιά του και η όψις του με επανέφεραν εις την πατρίδα μου Τήνον, εις τα πατρικά μου χωράφια, όταν εγώ μικρός με ένα παλιοσουγιά έκοπτα τα άνθη των σπαρτων και έκαμνα εξ αυτών τα κίτρινα μπουκέτα. Ω πόσον γερών είμαι! Αιώνες μου φαίνεται ότι παρήλθον έκτοτε.

Περίεργον όμως. Το παν, όλον μου το παρελθόν, κάθε μου βήμα έκαστος λόγος η πράξις είναι ζωήροτατα χαραγμένα επί της καρδίας μου ούτε τον σπάρτον ελησμόνησα. Κι αν τυχόν μυρίσω ομοίαν μυρωδιάν αυτού, ως εν ριπή πφθαλμού με φέρνει εις τα χωράφια μου, εκεί που μου έκαμνε ο Μπαμπάς μου σφυρίχτρες και ντραμπαζιλιές.

Εν Μονάχω 22 Δεκεμβρίου 1886

(...) Πόσον αλλάζουν οι καιροί τα πάντα! το σπίτι μου το είχον εις την μνήμην μου ακμαίον. Κάτασπροι ήταν οι τοίχοι του και κόκκινα τα παράθυρα και η θύρα παρά την άνοδον ήταν αλτάνα με γαρυφαλλιές και άλλα λουλούδια. Ήκμαζε τότε, ενώ τώρα φαίνεται ως να είναι ακατοίκητο ή τουλάχιστον πολύ παραμελημένον. Το άνωθεν γειτονικόν σπίτι έχει τα ίχνη του βενετικού ρυθμού. Δεν το ενθυμούμην πλέον τόσον καλά, ούτε ο ποιος Μπάρμπα Πέτρος το εκατοικεί. Το κάτωθεν όμως ήτο τότε του Πασά το σπίτι, και εννοείς, ότι το δώμα αυτό εχησίμευε δι'εμάς τα παιδιά τότε ώς αυλή, και ο κύλινδρος τον οποίον εζωγράφισες επ'αυτού, θα είναι βεβαίως ο ίδιος τον οποίον και τότε έβλεπα. Εμάντευσα δε και τούτο, ότι το σημείον αφ'ού εζωγράφισες, ήτο το δώμα της νενές μου.

Σε ευχαριστώ και πάλιν, διότι μου έδωκες ζωηράν αφορμήν να διέλθω νοερώς το χωριό μου, να επανίδω τους μικρούς μου φίλους και εμαυτόν ως παιδίον αμέριμνον (...).

Εν Μονάχω 18 Οκτωμβρίου 1899

(...) Μικρό παιδί ενθυμούμαι το πρωτοφανές φαινόμενον, καταχιονισμένον τον κόσμον και το Σκλαβοχωριόν μου, τον πατέρα μου πρωί πρωί να φύγη από το σπίτι μας και να τρέξη παρά πάνω, όπου ήτο το σπίτι μιας χήρας με παιδιά ορφανά, μην τύχη και επάγωσαν, Ήυρε την οικογένεια ένεκα του μεγάλου ψύχους εις τα κρεββάτια των. Αυτό ήτο μέγα χιόνι για την Ελλάδα. Θέλω να σου ειπώ ότι, επειδή εκείνη η οικογένεια δεν είχε καμμίαν θέρμανσιν, επήρε ο Μπαμπάς μου όλη την οικογένειαν και μας την έφερε εις το σπίτι, που είχαμε μαγκάλι με φωτιά και παράθυρα με τζάμια. Η γυναίκα αυτή έφερε μαζί της και ολίγο φαγητόν, ρύζι πιλάφι, που είχε από την προηγούμενην ημέραν. Και διά να γίνη πολύ και να φάνε όλα τα παιδιά, επρόσθεσε η μάννα μου ρεβίθια γιαχνί, τα οποία είχε και εκείνη από την προηγούμενην ημέραν. Το φαγητό εκείνο έλαβε αρμονικούς χρωματισμούς, το άσπρο, κάτασπρο πιλάφι με τα μελαχροινά γιαχνί ρεβίθια (...).

Εν Μονάχω 27 Ιουνίου 1884

(...) Εις εμέ θα ήρεσε, αφού θα θέλετε να σας πω την αλήθειαν, να ήμουν εις το Σκλαβοχωριό της Τήνου, να έβλεπα τα ίχνη επί των οποίων έπαιζα παιδί ών, και να ξεκουρασθώ από την αεικίνητον ευρωπαϊκήν μηχανήν. Η χωή, την οποίαν διάγει ο άνθρωπος εν Ευρώπη είναι τρεχούσα πνεύματι και σώματι. Κουράζεται κανείς. Εκουράσθηκα και εγώ και επεθύμησα να καθήσω εις τις δροσοκαμάρες του χωριού μου, εκεί που ξεκουράζονται οι γέροντες

Share To: