Τετάρτη, 07 Νοεμβρίου

«Κα­λό­τυ­χοι οι νε­κροί που λη­σμο­νά­νε την πικρία της ζωής» ε­πι­μέ­νει ο ποι­η­τής! «Τους ζωντανούς, τα μά­τια σου, ας θρη­νή­σουν. Θέ­λουν —μα δεν μπο­ρούν να λη­σμο­νή­σουν»!

Σκέψεις πα­νάρ­χαιες που ε­πα­νέρ­χο­νται κά­θε τό­σο σαν ο άν­θρω­πος βρίσκε­ται —και βρίσκεται κα­θη­με­ρι­νά— μπρο­στά στο φο­βε­ρό μυ­στή­ριο της εκ­δη­μί­ας, του α­πο­χω­ρι­σμού. Ενε­οί, λοι­πόν, μπρο­στά στο με­γά­λο δί­λημ­μα! Να γεί­ρο­με το ζυ­γό στη πλευρά της Λή­θης που μας υ­πό­σχε­ται α­έ­να­η ευ­τυ­χί­α στη Γη των Μα­κά­ρων ή προς ε­κείνη της Μνή­μης, η οποία κρα­τά στο πα­νέ­ρι της το ε­πα­χθές φορ­τί­ο της ζω­ής: Νό­ημα βί­ου, ευ­θύ­νες, αποφάσεις, θλίψεις, ε­νο­χές!

Εί­μα­στε, βέβαιοι ό­τι η ευ­γε­νι­κή σου ψυ­χή δε θα ή­θε­λε εύ­κο­λο βάλ­σα­μο για τις πί­κρες της ζω­ής, για τους μό­χθους, τις α­γω­νί­ες, την πρό­ω­ρη α­να­χώ­ρη­ση!

Σαν έ­τοι­μος α­πό και­ρό α­πο­χαι­ρέ­τη­σες με αξιοπρέπεια την Α­λε­ξάν­δρεια που έ­φευ­γε. Δεν κατα­δέ­χτη­κες μά­ταιες ελ­πί­δες και υ­πο­σχέ­σεις. Δε σου ά­ξι­ζε ε­σέ­να μια τέ­τοια λι­πο­ψυ­χί­α.

Εί­δες πά­ντα τη ζω­ή κα­τά­μα­τα, χω­ρίς φτη­νά φτια­σί­δια, και α­να­ζή­τη­σες το νό­ημά της στα μάτια των άλ­λων. Μέ­σα α­πό τη συλ­λο­γι­κό­τη­τα και την προ­σφο­ρά στους συ­ναν­θρώ­πους και στον τό­πο σου. Και α­γω­νί­στη­κες τον κα­λό α­γώ­να μέ­σα από πολ­λά με­τε­ρί­ζια.

Και αυ­τό, α­γα­πη­τέ μας Τζώρτζη, για­τί συ­γκί­νη­ση ε­κλε­κτή θέρ­μαι­νε την ψυ­χή σου, για­τί έχτισες τη ζω­ή σου με ό­ρους αι­σθη­τι­κούς, όρους ο­μορ­φιάς, πά­νω σε δυο μεγά­λες α­ξί­ες: Το υψη­λό αί­σθη­μα ευ­θύ­νης και την α­νι­διο­τε­λή προ­σφο­ρά προς τον συ­νάν­θρω­πο, σε κα­θέ­ναν ξε­χω­ρι­στά, αλ­λά και στο σύ­νο­λο. Δρό­μος ε­ξαι­ρέ­τως δύ­σκο­λος, φορ­τί­ο ε­πα­χθές —ό­πως πάντα ο δρό­μος της Α­ρε­τής—, πλην ε­σύ τον διά­λε­ξες συ­νει­δη­τά για­τί γνώρι­ζες πως η στε­νή πύ­λη και η τε­θλιμ­μέ­νη ο­δός «α­πά­γουν εις την ζω­ήν και ο­λίγοι ει­σίν οι ευ­ρί­σκο­ντες αυ­τάς»!

Υ­πη­ρέ­τη­σες υ­πο­δειγ­μα­τι­κά την κοι­νω­νί­α μέ­σα α­πό την στέρεη οι­κο­δό­μη­ση και μέρι­μνα της φα­μί­λιας σου, αλ­λά και μέ­σα, α­πό την προ­σφο­ρά στο κοι­νω­νι­κό σύνο­λο εί­τε μό­νος, εί­τε συντε­ταγ­μέ­νος στους θεσμούς και συλλογικούς φο­ρείς του τό­που μας. Την ε­πα­χθή Μνή­μη επιλέ­γου­με σή­με­ρα και ε­μείς, α­πο­χαι­ρε­τώ­ντας στο στερνό σου ταξίδι, εκείνη που ε­πι­μέ­νει να δεί­χνει τον δρό­μο της ευθύνης, του χρέ­ους και της προ­σφο­ράς, τον δρό­μο που μας δίδαξες με το σύντομο διάβα σου από τον εφήμερο τούτο κόσμο.

Θα ζεις μα­ζί μας ό­χι μό­νο στο ξε­φύλ­λι­σμα των ρό­δων της αυ­λής σου ή στα ρό­δινα σύν­νε­φα του δει­λι­νού, αλ­λά —και κυ­ρί­ως— ό­ταν τα προ­βλή­μα­τα, που δε λεί­πουν πο­τέ, θα μας πιέζουν α­σφυ­κτι­κά, ό­ταν θα πρέ­πει να α­πο­βά­λου­με τη δο­ρά, το πρόσχημα, του ε­πι­τή­δειου ου­δέ­τε­ρου και να πά­ρου­με α­πο­φά­σεις με κρί­σι­μο η­θι­κό πρό­ση­μο.

Λέ­γο­ντας σου το ύ­στα­το ΧΑΙ­ΡΕ, δεν μπο­ρώ πα­ρά να ε­πα­να­λά­βω τον Α­πό­στο­λο των Εθνών:

«Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμη­με­νων, ίνα μη λυπείσθε, καθώς και οι λυπεί οι μη έχοντες ελπί­δα».

Κα­λό σου τα­ξί­δι κα­λέ μας φί­λε.-

Σχόλια:

0 σχόλια:

Τα σχόλια θα αναρτώνται εφόσον υπάρχει Όνομα και Επίθετο σχολιαστή, σε διαφορετική περίπτωση (ψευδώνυμο ή ανώνυμα) θα διαγράφονται αυτόματα από το σύστημα.