ΑΝ ΠΑΡΗΛΘΟΝ ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΕΚΕΙΝΟΙ… 

Του Γιώργου Βιδάλη
Δημοσίευμα της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ, της 2ας Νοεμβρίου 2019.

Η φωτογραφία με την πενταμελή εφηβο-νεανική κομπανία μας γυρίζει πίσω εβδομήντα πέντε χρόνια (1945) και είναι τραβηγμένη στον Πύργο της Τήνου, το φημισμένο χωριό των μαρμαρογλυπτών και μαρμαράδων, γενέτειρα του Γιαννούλη Χαλεπά, του Δημήτρη Φιλιππότη αλλά και του ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα. Ένα χωριό κόσμημα που διαθέτει Σχολή Καλών Τεχνών, το σπίτι-μουσείο του Γιαννούλη Χαλεπά, το μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών, το σύγχρονο Μουσείο Μαρμαροτεχνίας.

Στη φωτογραφία καθιστοί με τις κιθάρες τους (από αριστερά) οι Αντώνης Βίδος, Νίκος Βαλάκας, Κώστας Αλεξόπουλος. Ορθιοι ο Αριστοτέλης Ξυπολιτίδης και ο Γιώργος Πολογιώργης με το μουστάκι, που φαίνεται να έχει το πάνω χέρι. Σήμερα εν ζωή βρίσκονται οι καθήμενοι αριστερά και δεξιά Αντώνης Βίδος και Κώστας Αλεξόπουλος. Ο τελευταίος είναι ο πιο ηλικιωμένος του χωριού, 93 χρονών, σιδεράς πάλαι ποτέ σμιλεύοντας με μαστοριά για μισό και πλέον αιώνα εκατοντάδες εργαλεία μαρμαροτεχνιτών, πόρτες, κάγκελα, κλπ εντός κι εκτός νησιού (μέχρι και το National Geographic τον έχει βάλει στις σελίδες του).

Οι ναυτικοί της κοινότητας Πανόρμου με έδρα τον Πύργο, που είναι το μεγαλύτερο χωριό της Τήνου, περνώντας από τα νησιά του Ιονίου είχαν γοητευθεί από τις καντάδες και αρκετά τραγούδια τα έφεραν εδώ μεταφέροντας την ρομαντική ερωτική τους χροιά. Και οι καντάδες έδιναν και έπαιρναν στο χωριό με ερωτικό πάθος και πλατωνικό χαρακτήρα. Τα ήθη τότε ήταν πολύ αυστηρά, αρκούσε όμως μια ματιά, μια λέξη, ένα άγγιγμα, ένα φιλί κρυφό για να σε πάει στα ουράνια. Με τόλμη αλλά και συστολή γύρναγαν τα βράδια οι ερωτευμένοι νεανίες κελαηδώντας με τις κιθάρες και τις χαβάγιες τους έξω από τα σπίτια όπου έμεναν οι κοπέλες τους (με χτυποκάρδι ανέμεναν τις μελωδίες τους κλεισμένες μέσα).

Ο αειθαλής Κώστας Αλεξόπουλος με μυαλό ξυράφι, αφηγηματική δεινότητα και το σπάνιο ήθος μιας άλλης εποχής ξεδιπλώνει τη μνήμη του για κείνα τα χρόνια της νιότης εστιάζοντας στις καντάδες που έκανε η παρέα και ειδικότερα σ’ένα απρόβλεπτο κι αστείο περιστατικό.

Μια χειμωνιάτικη νύχτα λοιπόν («ήταν ένα κρύο !» θα πει ) στη γειτονιά της Αγίας Τριάδας κοντά στη μεγάλη εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, καθώς τραγουδούσαν («είχαμε πιεί τα κρασάκια μας και νιώθαμε γίγαντες») ξεπρόβαλλε μέσα στο σκοτάδι ο χωροφύλακας του χωριού. Τους πλησίασε και τους είπε : «Ξέρετε τι ώρα είναι ; Κοντεύει μία. Ξυπνάτε τον κόσμο που είναι κουρασμένος. Τον ξενυχτάτε με τις γαΪδουροφωνάρες σας». Επεσε βουβαμάρα και σιωπή. Εφυγε ο χωροφύλακας, μουδιασμένοι οι άλλοι σκόρπισαν.

Μετά από τρεις μέρες ήρθε η μήνυση στο σιδεράδικο του πατέρα του κι άκουσε ο νεαρός Κώστας τα σχολιανά του. Μαζεύτηκε η παρέα, πως θα τα βγάλει πέρα γιατί χρήματα δεν είχαν όλοι – έπρεπε ο καθένας να δώσει πενήντα δραχμές στο δικηγόρο. Τελικά αποφάσισαν να πάνε μόνοι τους να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Σε είκοσι μέρες παρουσιάστηκαν όλοι στο Ειρηνοδικείο που λειτουργούσε μια φορά το μήνα στο χωριό (ο δικαστής ερχόταν από τη Χώρα). Διάβασε τη δικογραφία ο πρόεδρος, ρώτησε και τον χωροφύλακα κι εκείνος : «Τραγουδάγανε γκαροφώνως μετά τα μεσάνυχτα». Ο πρόεδρος : «Τι πράγματα είναι αυτά ; Δεν έχετε φιλότιμο;». Παίρνει το λόγο ο αρχηγός, ο Πολογιώργης, που έτσι και φαλτσάριζε κανένας του έδινε μια στα παΪδια. «Εμείς τραγουδάμε ωραία κύριε πρόεδρε. Ρωτήστε και το κοινό» (ήταν μαζεμένα καμιά τριανταριά άτομα). «Αηδόνια» φωνάζανε από κάτω. «Γκαροφώνως», ο χωροφύλακας. «Μπορείτε να τραγουδήσετε, να καταλάβουμε τι γίνεται ;», ο πρόεδρος. «Βεβαίως, να πεταχτούμε να φέρουμε τα όργανα; », ο αρχηγός. Εδωσε το οκέΪ ο πρόεδρος.

Πήγαν, τα έφεραν, κιθάρες και χαβάγια, τα κούρδισαν, συγχρονίστηκαν, ήταν έτοιμοι. «Ποιο τραγούδι θέλετε κύριε πρόεδρε ;». «Οποιο θέλετε εσείς». Κι άρχισε η κομπανία να παίζει μελωδικά και να τραγουδάει το « Αν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι / των ερώτων φαιδρά εποχή». Ησυχία από κάτω, ο κόσμος έκθαμβος. Και να το χειροκρότημα. «Πέστε ακόμη ένα», ο πρόεδρος. Κι ακολούθησε το «Χωρίζει η μοίρα τους ανθρώπους / τα φύλλα αφήνουν τα κλαδιά / τα μάτια βλέπουν ξένους τόπους / μα δεν αλλάζει φως μου η καρδιά».

« Αρκετά. Κύριε χωροφύλαξ… εγκληματήσατε» είπε ο πρόεδρος λέγοντας στη συνέχεια στους κατηγορούμενους μουζικάντηδες «άντε φύγετε από δω». Παλαμάκια βροχή από κάτω και οι νεαροί μουσικοί «ακόμα πάμε» όπως λέει ο θυμόσοφος μπάρμπα Κώστας.

Αλλα χρόνια, άλλοι καιροί στην Τήνο. Τότε που η Θέμις υποκλινόταν στη μελωδία της καντάδας και στο πλατωνικό «Μουσικήν ποίει και εργάζου». Και μας τα θύμισε ένας σχεδόν αιωνόβιος πλάτανος, ο Κώστας Αλεξόπουλος, σ’ένα καφενεδάκι στη μικρή πλατεία του Πύργου, που την σκεπάζει ευεργετικά ένας πλάτανος σχεδόν 180 χρονών.

Σχόλια:

0 σχόλια:

Τα σχόλια θα αναρτώνται εφόσον υπάρχει Όνομα και Επίθετο σχολιαστή, σε διαφορετική περίπτωση (ψευδώνυμο ή ανώνυμα) θα διαγράφονται αυτόματα από το σύστημα.